Ἀσωπός

Ἀσωπός
ᾱσωπός
a a Boeotian river, father of Aigina and Thebe. ὑδάτεσσι δ' ἐπ Ἀσωποῦ ποτ' ἀπὸ προθύρων βαθύκολπον ἀνερέψατο παρθένον Αἴγιναν (sc. Ζεύς) Πα. . 13. ]ασωπο[ Pap. Oxy. 1792 fr. 16.
b a river flowing past Sicyon. (τὰ Πύθια) ἅ τε Θοίβῳ θῆκεν Ἄδραστος ἐπ' Ἀσώπου ῥεέθροις i. e. at Sikyon N. 9.9

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἀσωπός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ασωπός — Sp Asòpas Ap Ασωπός/Asopos L u. Atikoje, u. ir g tė P Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Ασωπός — I Ποτάμιος θεός, προσωποποίηση των ομώνυμων ποταμών στη Βοιωτία, τη Σικυώνα και τη Φλιασία. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Πηρούς ή του Δία και της Ευρυνόμης ή του Ωκεανού και της Τηθύος. Από τον γάμο του με τη Μετώπη,… …   Dictionary of Greek

  • Ασωπός — ο όνομα διάφορων ποταμών στη χώρα μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἀσωποῖο — Ἀσωπός masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσωποῖς — Ἀσωπός masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσωποί — Ἀσωπός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσωποῦ — Ἀσωπός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσωπῷ — Ἀσωπός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσωπόν — Ἀσωπός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσώπου — Ἄσωπος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”